Meaning of αποφασίζω | Babel Free
a.po.faˈsi.zoΟρισμοί
- επιλέγω να κάνω κάτι ή διαμορφώνω μια τελική κρίση, ύστερα από σκέψη ή συζήτηση
- ορίζω ή επιβάλλω το πρακτέο, έχοντας την εξουσία ή τη δυνατότητα να το κάνω αυτό
Ισοδύναμα
English
Decide
Παραδείγματα
“Μερικές φορές αποφασίζω να μην πάρω ομπρέλα.”
Sometimes I decide to not take an umbrella.
“αποφάσισες αν θα δηλώσεις συμμετοχή;”
“ο διευθυντής αποφάσισε να διακόψει την άδειά μου”
“το δικαστήριο αποφάσισε υπέρ της αθωότητας του κατηγορουμένου”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.