HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αποφασίζω | Babel Free

Verb CEFR C2 Standard
a.po.faˈsi.zo

Ορισμοί

  1. επιλέγω να κάνω κάτι ή διαμορφώνω μια τελική κρίση, ύστερα από σκέψη ή συζήτηση
  2. ορίζω ή επιβάλλω το πρακτέο, έχοντας την εξουσία ή τη δυνατότητα να το κάνω αυτό

Ισοδύναμα

English Decide

Παραδείγματα

“Μερικές φορές αποφασίζω να μην πάρω ομπρέλα.”

Sometimes I decide to not take an umbrella.

“αποφάσισες αν θα δηλώσεις συμμετοχή;”
“ο διευθυντής αποφάσισε να διακόψει την άδειά μου”
“το δικαστήριο αποφάσισε υπέρ της αθωότητας του κατηγορουμένου”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αποφασίζω used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course