HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αποφασίζω — definition

Conjugation of αποφασίζω

Regular CEFR C2
a.po.faˈsi.zo

ορίζω ή επιβάλλω το πρακτέο, έχοντας την εξουσία ή τη δυνατότητα να το κάνω αυτό Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αποφασίζω
εσύ αποφασίζεις
αυτός / αυτή / αυτό αποφασίζει
εμείς αποφασίζουμε
εσείς αποφασίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά αποφασίζουν
Παρατατικός
εγώ αποφάσιζα
εσύ αποφάσιζες
αυτός / αυτή / αυτό αποφάσιζε
εμείς αποφασίζαμε
εσείς αποφασίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά αποφάσιζαν
Αόριστος
εγώ αποφάσισα
εσύ αποφάσισες
αυτός / αυτή / αυτό αποφάσισε
εμείς αποφασίσαμε
εσείς αποφασίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά αποφάσισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αποφασίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αποφασίσω
εσύ αποφασίσεις
αυτός / αυτή / αυτό αποφασίσει
εμείς αποφασίσουμε
εσείς αποφασίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά αποφασίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ αποφάσιζε
εσείς αποφασίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αποφάσισε
εσείς αποφασίστε
Απαρέμφατο αορίστου
αποφασίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αποφασίζομαι
εσύ αποφασίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό αποφασίζεται
εμείς αποφασιζόμαστε
εσείς αποφασίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά αποφασίζονται
Παρατατικός
εγώ αποφασιζόμουν
εσύ αποφασιζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό αποφασιζόταν
εμείς αποφασιζόμασταν
εσείς αποφασιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά αποφασίζονταν
Αόριστος
εγώ αποφασίστηκα
εσύ αποφασίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό αποφασίστηκε
εμείς αποφασιστήκαμε
εσείς αποφασιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά αποφασίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αποφασιστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αποφασιστώ
εσύ αποφασιστείς
αυτός / αυτή / αυτό αποφασιστεί
εμείς αποφασιστούμε
εσείς αποφασιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αποφασιστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αποφασίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αποφασίσου
εσείς αποφασιστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
αποφασιστεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary