Conjugation of αποφασίζω
a.po.faˈsi.zoορίζω ή επιβάλλω το πρακτέο, έχοντας την εξουσία ή τη δυνατότητα να το κάνω αυτό Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αποφασίζω |
| εσύ | αποφασίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποφασίζει |
| εμείς | αποφασίζουμε |
| εσείς | αποφασίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποφασίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | αποφάσιζα |
| εσύ | αποφάσιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποφάσιζε |
| εμείς | αποφασίζαμε |
| εσείς | αποφασίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποφάσιζαν |
Αόριστος
| εγώ | αποφάσισα |
| εσύ | αποφάσισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποφάσισε |
| εμείς | αποφασίσαμε |
| εσείς | αποφασίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποφάσισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αποφασίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αποφασίσω |
| εσύ | αποφασίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποφασίσει |
| εμείς | αποφασίσουμε |
| εσείς | αποφασίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποφασίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | αποφάσιζε |
| εσείς | αποφασίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αποφάσισε |
| εσείς | αποφασίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αποφασίσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αποφασίζομαι |
| εσύ | αποφασίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποφασίζεται |
| εμείς | αποφασιζόμαστε |
| εσείς | αποφασίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποφασίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | αποφασιζόμουν |
| εσύ | αποφασιζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποφασιζόταν |
| εμείς | αποφασιζόμασταν |
| εσείς | αποφασιζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποφασίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | αποφασίστηκα |
| εσύ | αποφασίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποφασίστηκε |
| εμείς | αποφασιστήκαμε |
| εσείς | αποφασιστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποφασίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αποφασιστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αποφασιστώ |
| εσύ | αποφασιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποφασιστεί |
| εμείς | αποφασιστούμε |
| εσείς | αποφασιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποφασιστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | αποφασίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αποφασίσου |
| εσείς | αποφασιστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αποφασιστεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.