HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

διαμονή

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Standard
[ði̯amoˈni]

Ορισμοί

  1. το να διαμένει κάποιος σε κάποιο μέρος
  2. ο τόπος κατοικίας κάποιου

Ισοδύναμα

17 more languages

Παραδείγματα

“Η διαμονή του στο νησί θα συνεχιστεί.”
“※ Στις περιπτώσεις αυτές παραχωρείται άδεια διαμονής μισθωτού ή αυτοεργοδοτούμενου. Οι αιτήσεις για άδεια διαμονής μισθωτού σφραγίζονται από το Τμήμα Εργασίας. Το 2004 υποβλήθηκαν 5.292 αιτήσεις για άδεια διαμονής μισθωτού, κυρίως από Έλληνες ( 1.796 ) , Πολωνούς ( 1.131 ) και ... (Ετήσια Έκθεσις γραφείου δημοσίων πληροφοριών δια το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Κύπρος, 2004, σελ. 127)”
“Ο τόπος διαμονής της παραμένει άγνωστος.”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη διαμονή σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free