Meaning of εικασία | Babel Free
/i.kaˈsi.a/Ορισμοί
- θεώρηση για την οποία δεν παρατίθενται σαφή δεδομένα αλλά το περιεχόμενο της διατύπωσής της φαντάζει σε κάποιον πιθανό
- μία πρόταση με την οποία, βάσει λογικών σκέψεων, εικάζουμε ότι κάτι είναι δυνατόν να συνέβη· μια απόφανση όχι βέβαιη αλλά πιθανή
- γυναικείο όνομα
- λογική πρόταση για την οποία όλα τα δεδομένα (στοιχεία) δείχνουν ότι είναι αληθής, αλλά δεν υπάρχει απόδειξη (λογική, μαθηματική) που να το επιβεβαιώνει
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“κάνω εικασία (make a guess)”
“εικασία του Φερμά”
Fermat's conjecture
“Η εικασία του Goldbach: Κάθε άρτιος ακέραιος > 2 είναι το άθροισμα δύο πρώτων (δεν έχει αποδειχθεί).”
“> υπερώνυμα: λογική πρόταση”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.