υπόθεση
Ορισμοί
- ένα θέμα που μας απασχολεί
- ένα σύνολο στοιχείων και γεγονότων που εξετάζονται ως ενότητα
- μία πρόταση με την οποία υποθέτουμε κάτι το οποίο είτε είναι δυνατόν να συμβεί είτε αδύνατο είτε απλώς πιθανό, ώστε να εξετάσουμε ή να δηλώσουμε τα πιθανά αποτελέσματα
- το πρώτο σκέλος ενός υποθετικού λόγου με δεύτερο την απόδοση· συνήθως είναι υποθετική πρόταση που εισάγεται με το αν, μπορεί όμως να είναι και ευθεία ερώτηση ή να έχει άλλες μορφές.
- βλ. συνώνυμο εικασία
- το πρώτο (αριστερό) μέρος της συνεπαγωγής
Ισοδύναμα
25 more languages
Bosanskiplot
Catalàsuposició
DeutschAnnahmeannehmenBezugswortKonditionalsatzKonjekturmutmaßenspekulierenSuppositionVermutungvorgängigzusammenreimen
Esperantosupozo
Suomioletus
Hrvatskiplot
Magyarfeltevés
Italianoantecedentecongetturacongetturareillazioneipotesiipotizzabileipotizzarepresunzionepresuppostospeculazionesupposizione
Kurdîguman
Српскиplot
Παραδείγματα
“Υπόθεση Αβογκάντρο”
Avogadro's hypothesis
“τι γίνεται με την υπόθεση του σπιτιού;”
“μια πολύκροτη δικαστική υπόθεση”
“μην κάνεις υποθέσεις σε τέτοια ευαίσθητα ζητήματα”
“Αντώνυμο: συμπέρασμα”
Επίπεδο CEFR
A1
Αρχάριος
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A1 — επίπεδο αρχάριος.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A1 — επίπεδο αρχάριος.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free