HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αθάνατος | Babel Free

Adjective feminine CEFR C2 Standard
/aˈθa.na.tos/

Ορισμοί

  1. που δεν υπόκειται στη μοίρα του θανάτου
  2. σχετικός με την αθανασία
  3. αιώνιος, παντοτινός, άφθαρτος

Παραδείγματα

“※ κι’ αν πεθάνωμεν, πεθαίνομεν διά την πατρίδα μας, διά την θρησκεία μας, και πολεμούμεν όσο μπορούμεν αναντίον της τυραγνίας· κι’ ο Θεός βοηθός. Αυτός ο θάνατος είναι γλυκός, ότι κανένας δεν θα γένη αθάνατος· κι’ όταν ο Χάρος θαρθή να μας πάρη, όταν θέλη, άρρωστους και δυστυχείς, καλύτερα σήμερα να πεθάνωμεν» (Ιωάννης Μακρυγιάννης, Απομνημονεύματα Μακρυγιάννη, 1829-1850)”
“το αθάνατο νερό χαρίζει την αθανασία”
“※ -Αμπέλι μου, πλατύφυλλο και καλοκλαδεμένο, δέσε σταφύλια κόκκινα, να μπω να σε τρυγήσω, να κάμω αθάνατο κρασί, μοσκοβολιά γιομάτο.”
“Αυτοί οι κινητήρες είναι αθάνατοι. Θα έχει σαπίσει το σασί κι αυτός ακόμα θα δουλεύει.”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αθάνατος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course