Meaning of γαμηθείτε | Babel Free
/[ɣamiˈθite]/Ορισμοί
- β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γαμιέμαι
- θα γαμηθείτε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος γαμιέμαι
- β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος γαμιέμαι
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.