Meaning of σειρήνα | Babel Free
/siˈri.na/Ορισμοί
- συσκευή που παράγει πολύ δυνατό και οξύ ήχο, για να σημάνει συναγερμό ή για να προειδοποιήσει για έκτακτη ανάγκη, όπως γίνεται με τα περιπολικά, τα ασθενοφόρα και τα πυροσβεστικά οχήματα
- γυναικεία μορφή που μάγευε τους ναυτικούς με το τραγούδι της για να τους σκοτώσει
-
γοητευτική αλλά επικίνδυνη γυναίκα figuratively
-
οτιδήποτε μας γοητεύει αλλά και μας παραπλανά ή μας βάζει σε κίνδυνο broadly
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.