Meaning of μόρα | Babel Free
Ορισμοί
- στοιχειό της λαϊκής παράδοσης, που υποτίθεται ότι έρχεται στον ύπνο κάποιου και τον ακινητοποιεί
-
μαύρη γυναίκα αραβικής καταγωγής dated
-
δυσφορία που επέρχεται κατά τη διάρκεια του ύπνου, εφιάλτης broadly
- οικισμός της Κύπρου στο κατεχόμενο από τους Τούρκους τμήμα της
- η μελαχρινή γυναίκα
Ισοδύναμα
English
nightmare
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.