απολύθηκε
Ορισμοί
γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απολύομαι
Παραδείγματα
“Ο υπάλληλος απολύθηκε μετά από πολλά παράπονα.”
The employee was fired after many complaints.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free