HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

αντλία

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Standard
andˈli.a

Ορισμοί

  1. η συσκευή ή όργανο που αντλεί ένα υγρό ή αέριο ή/και το κατευθύνει στην επιθυμητή οδό
  2. όνομα αστερισμού του νότιου ημισφαιρίου. Σημειώθηκε για πρώτη φορά από τον Nicolas Louis de Lacaille το 1763 και ανήκει στους 88 επίσημους αστερισμούς που το 1922 θέσπισε η Διεθνής Αστρονομική Ένωση

Ισοδύναμα

15 more languages
Esperantopumpilo
日本語ポンプ座
Kurdîpompa
Latinaantlia
NederlandsLuchtpomp
Polskipompa
PortuguêsAntlia
РусскийНасос
Türkçepompa
中文唧筒座

Παραδείγματα

“αντλία κενού”

vacuum pump

“πυροσβεστική αντλία”

fire pump

“Συντομογραφία : Ant”
“Η αντλία κρεμοσάπουνου είναι αξεσουάρ λουτρού από το οποίο βγάζουμε υγροσάπουνο για να πλύνουμε τα χέρια μας στο νιπτήρα.”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη αντλία σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free