Meaning of αντλιοστάσιο | Babel Free
Ορισμοί
- , (μηχανολογία): ο χώρος όπου είναι μόνιμα εγκαταστημένες αντλίες
- ειδικό διαμέρισμα των δεξαμενοπλοίων που βρίσκεται πρύμνηθεν των δεξαμενών φορτίου και πριν το μηχανοστάσιο όπου φέρονται οι αντλίες φορτοεκφόρτωσης και οι αντλίες καθαρισμού των κυτών. Στα πολύ μεγάλα δεξαμενόπλοια απαντάται και βοηθητικό αντλιοστάσιο πρώραθεν των δεξαμενών φορτίου.
Ισοδύναμα
English
pumping station
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.