HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αντλιοστάσιο | Babel Free

Noun CEFR C1

Ορισμοί

  1. , (μηχανολογία): ο χώρος όπου είναι μόνιμα εγκαταστημένες αντλίες
  2. ειδικό διαμέρισμα των δεξαμενοπλοίων που βρίσκεται πρύμνηθεν των δεξαμενών φορτίου και πριν το μηχανοστάσιο όπου φέρονται οι αντλίες φορτοεκφόρτωσης και οι αντλίες καθαρισμού των κυτών. Στα πολύ μεγάλα δεξαμενόπλοια απαντάται και βοηθητικό αντλιοστάσιο πρώραθεν των δεξαμενών φορτίου.

Ισοδύναμα

English pumping station

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αντλιοστάσιο used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course