HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of γκόμενος | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Standard
/ˈɡomenos/

Ορισμοί

  1. ερωτικός σύντροφος, αυτός με τον οποίο, κάποια/ος έχει ερωτικές σχέσεις
    familiar, vulgar
  2. ο ωραίος άντρας
    familiar, vulgar

Ισοδύναμα

English boyfriend friend

Παραδείγματα

“Ο Περικλής είναι ο γκόμενος της Τούλας.”

Pericles is Toula's boyfriend.

“Υπάρχουν πολλοί γκόμενοι στην παραλία σήμερα.”

There are a lot of hunks on the beach today.

“※ Περπατημένος, γκόμενος, διανοούμενος, χαρισματικός, δαιμόνιος, ζωηρός, εξωστρεφής, αλητάμπουρας τότε, «μεταμοντέρνος κύριος» τώρα, με τρόπους καλής κοινωνίας, μελετημένους ενδελεχώς (Αλέξης Σταμάτης, Κυριακή, εκδ. Καστανιώτη, 2011)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See γκόμενος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course