Meaning of γκόμενος | Babel Free
/ˈɡomenos/Ορισμοί
-
ερωτικός σύντροφος, αυτός με τον οποίο, κάποια/ος έχει ερωτικές σχέσεις familiar, vulgar
-
ο ωραίος άντρας familiar, vulgar
Παραδείγματα
“Ο Περικλής είναι ο γκόμενος της Τούλας.”
Pericles is Toula's boyfriend.
“Υπάρχουν πολλοί γκόμενοι στην παραλία σήμερα.”
There are a lot of hunks on the beach today.
“※ Περπατημένος, γκόμενος, διανοούμενος, χαρισματικός, δαιμόνιος, ζωηρός, εξωστρεφής, αλητάμπουρας τότε, «μεταμοντέρνος κύριος» τώρα, με τρόπους καλής κοινωνίας, μελετημένους ενδελεχώς (Αλέξης Σταμάτης, Κυριακή, εκδ. Καστανιώτη, 2011)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.