HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μαγείρεμα | Babel Free

Noun CEFR C2 Standard
/maˈʝi.ɾe.ma/

Ορισμοί

  1. η παρασκευή φαγητού
  2. παρασκηνιακή δραστηριότητα για την ωραιοποιημένη παρουσίαση ή και παραποίηση αριθμητικών δεδομένων
    figuratively, plural-normally

Παραδείγματα

“※ Λίγα είναι τα φαγητά που δεν συγκινούνται από τη δάφνη. Όχι μόνο στην ελληνική κουζίνα μα και σε ολόκληρη τη μεσογειακή λεκάνη (μια και αυτή είναι και η γενέτειρά της), ήδη από την αρχαιότητα, εκτός του ότι δαφνοστολίζει τους νικητές και τους ήρωες, αρωματίζει και τα μαγειρέματά μας, σούπες, όσπρια, το ρύζι και τα ριζότι, βουτάει σε πατάτες ψητές με κρέμα και κρέατα (ιδίως χοιρινό ή κουνέλι), καθώς και σε ψάρια μαγειρεμένα στο τηγάνι ή στον φούρνο.”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μαγείρεμα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course