HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of άμμος | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Standard
/ˈa.mos/

Ορισμοί

  1. πέτρωμα που έχει τριφτεί σε πολύ μικρούς κόκκους και καλύπτει συνήθως παραλίες, όχθες λιμνών και ποταμών, το βυθό της θάλασσας καθώς και ερήμους
  2. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
  3. αμμώδες έδαφος

Παραδείγματα

“Τα παιδιά έπαιζαν στην άμμο με τα φτυαράκια τους.”

The children played in the sand with their shovels.

“Τα παιδάκια έπαιζαν με τα κουβαδάκια τους στην παραλία φτιάχνοντας πύργους με άμμο.”
“Είναι κακό στην άμμο να χτίζεις παλάτια.”
“Η άμμος χρησιμοποιείται και ως οικοδομικό υλικό.”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See άμμος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course