Meaning of άμμος | Babel Free
/ˈa.mos/Ορισμοί
- πέτρωμα που έχει τριφτεί σε πολύ μικρούς κόκκους και καλύπτει συνήθως παραλίες, όχθες λιμνών και ποταμών, το βυθό της θάλασσας καθώς και ερήμους
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
- αμμώδες έδαφος
Παραδείγματα
“Τα παιδιά έπαιζαν στην άμμο με τα φτυαράκια τους.”
The children played in the sand with their shovels.
“Τα παιδάκια έπαιζαν με τα κουβαδάκια τους στην παραλία φτιάχνοντας πύργους με άμμο.”
“Είναι κακό στην άμμο να χτίζεις παλάτια.”
“Η άμμος χρησιμοποιείται και ως οικοδομικό υλικό.”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.