Meaning of παραδεχτεί | Babel Free
/pa.ɾa.ðeˈxti/Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραδέχομαι
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραδέχομαι
- θα παραδεχτεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παραδέχομαι
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.