λεξικό
Ορισμοί
- έργο (βιβλίο, ψηφιακό αρχείο ή/και ιστότοπος) που συστηματικά συγκεντρώνει και ταξινομεί λέξεις σε αλφαβητική ή άλλη σειρά, παρέχοντας και ποικίλες πληροφορίες (γραμματικές, συντακτικές, ερμηνευτικές, ετυμολογικές κ.λπ.)
- το βιβλίο που συστηματικά συγκεντρώνει και αναπτύσσει συνοπτικά τους όρους ενός επιστημονικού κλάδου
- το σύνολο των λέξεων που μπορεί να χρησιμοποιεί για επικοινωνία μια γλωσσική κοινότητα (σε αντιδιαστολή προς το λεξιλόγιο ενός ατόμου)
- , (δομή δεδομένων) βλ. συνώνυμο πίνακας συσχετισμών
Ισοδύναμα
60 more languages
Afrikaanswoordeboek
العربيةقاموس
Azərbaycan dililüğət
Българскиречник
Cymraeggeiriadur
Esperantovortaro
Eestisõnaraamat
Euskarahiztegi
فارسیلغتنامه
Gaeilgefoclóir
Gàidhligfaclair
עבריתמילון
Bahasa Indonesiakamus
ქართულილექსიკონი
한국어사전
Kurdîferheng
Latinadictionarium
Lingálabago
Lietuviųžodynas
Latviešuvārdnīca
Te Reo Māoripapakupu
मराठीशब्दकोष
Bahasa Melayukamus
Maltidizzjunarju
Românădicționar
Slovenčinaslovník
Slovenščinaslovar
Soomaaliqaamuus
Shqipfjalor
Kiswahilikamusi
Tagalogtalatinigan
Türkçesözlük
Українськасловник
اردوقاموس
Παραδείγματα
“Ψάχνω τη λέξη στο λεξικό για να βρω τη σημασία της.”
I'm looking up the word in the dictionary to find its meaning.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free