HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of λεξιλόγιο | Babel Free

Noun CEFR C2 Specialized
/le.ksiˈlo.ʝi.o/

Ορισμοί

  1. το σύνολο των λέξεων μιας γλώσσας
  2. το σύνολο των λέξεων που χρησιμοποιεί κάποιος
    especially
  3. το σύνολο των δύσκολων λέξεων ή των τεχνικών όρων που χρησιμοποιούνται σε ένα βιβλίο και που αναγράφονται στο τέλος του ώστε να μπορεί ο αναγνώστης να αναφερθεί σ' αυτές

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“※ Η σκόπιμα διαστρεβλωμένη γλώσσα παρουσιάζει συχνά τύπους που δεν υπάρχουν στο ελληνικό λεξιλόγιο (όπως ο «σουβλισμός» του Διάκου) ή που φέρουν διαφορετικό νοηματικό φορτίο απ'αυτό που τους αποδίδει ο συγγραφέας (όπως η «πολιούχος νέα»). (Το εκκρεμές του Μποστ, στο περιοδικό Ο Πολίτης, Δεκέμβριος 2021, τεύχος 95, σελ. 15 http://politis.eu.org/images/pdf/200112_95.pdf) (σημείωση Βικιλεξικού: όπως φαίνεται από τα άλλα παραθέματα, ο όρος υπάρχει μεν στο ελληνικό λεξιλόγιο, αλλά είναι τόσο σπάνιος που να δικαιολογείται το κείμενο του παραθέματος)”
“※ πρὸ πολλοῦ τὸ γῆρας, τὸ ἔμπλεων ῥυτίδων καὶ σιέλων καὶ νύστας καὶ νερουλιάσματος, κατηργήθη διὰ τὰς γυναῖκας, ἢ τοὐλάχιστον κατηργήθη ἀπὸ τὸ μυροβόλον λεξιλόγιόν σας. (⌘ Κωνσταντίνος Σκόκος, «Ο αλάνθαστος και αψευδής Καζαμίας του 1886», στο Γελοιογραφικόν Ημερολόγιον του Έτους 1886)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See λεξιλόγιο used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course