Meaning of πρόβατο | Babel Free
/ˈpɾo.va.to/Ορισμοί
- τετράποδο θηλαστικό οικόσιτο ζώο (επιστημονικό όνομα Ovis aries) που ζει σε κοπάδι· εκτρέφεται για το μαλλί του, καθώς και για το γάλα, από το οποίο φτιάχνεται τυρί, γιαούρτι κ.ά.
-
αφελής figuratively
-
ανόητος figuratively
-
άκακος figuratively
Ισοδύναμα
English
Sheep
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.