Ορισμοί
-
τετράποδο θηλαστικό οικόσιτο ζώο (επιστημονικό όνομα Ovis aries) που ζει σε κοπάδι· εκτρέφεται για το μαλλί του, καθώς και για το γάλα, από το οποίο φτιάχνεται τυρί, γιαούρτι κ.ά.
-
αφελής
figuratively
-
ανόητος
figuratively
-
άκακος
figuratively
Ισοδύναμα
17 more languages
Παραδείγματα
“Το πρόβατο βόσκει ήσυχα στο λιβάδι.”
The sheep grazes peacefully in the meadow.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο
Δείτε τη λέξη πρόβατο σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.
Ξεκινήστε δωρεάν
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing.
Collaborate with Babel Free