Meaning of χείλος | Babel Free
/ˈçi.los/Ορισμοί
- καθένας από τους δύο μυικούς ιστούς του προσώπου που σχηματίζουν εξωτερικά το στόμα
- η περιοχή γύρω από ένα τραύμα, ένα φυσικό κοίλωμα του σώματος
-
το σημείο που καταλήγει κάθε επιφάνεια figuratively
Παραδείγματα
“προκλητικά χείλη, το άνω χείλος”
“※ 2024 Σάκης Σερέφας, Τα μυστικά της Αθήνας – Τι λες κι εσύ, κυρ Σωκράτη;, εκδ. Πατάκη, 2024, σελ. 25”
“τα χείλη της πληγής, τα χείλη του αιδοίου”
“τα χείλη του ποτηριού”
“στο χείλος του γκρεμού”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.