μεγάλωσαν
Ορισμοί
γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεγαλώνω
Παραδείγματα
“Τα δέντρα μεγάλωσαν πολύ μέσα σε λίγα χρόνια.”
The trees grew a lot in a few years.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free