HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of σαμουράι | Babel Free

Noun CEFR C2 Standard
/sa.muˈɾa.i/

Ορισμοί

ευγενής πολεμιστής στην προβιομηχανική Ιαπωνία, δεινός χειριστής του σπαθιού και μέλος της ομώνυμης τάξης που υπηρετούσε τους Ιάπωνες φεουδάρχες υπακούοντας σε αυστηρό κώδικα τιμής

Ισοδύναμα

English samurai

Παραδείγματα

“※ 19ος/20ος αιώνας, ⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Ταξιδεύοντας: Ιαπωνία-Κίνα, αρχική έκδοση 1938.”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See σαμουράι used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course