σαμουράι
Ορισμοί
ευγενής πολεμιστής στην προβιομηχανική Ιαπωνία, δεινός χειριστής του σπαθιού και μέλος της ομώνυμης τάξης που υπηρετούσε τους Ιάπωνες φεουδάρχες υπακούοντας σε αυστηρό κώδικα τιμής
Ισοδύναμα
31 more languages
العربيةسَامُورَاي
Češtinasamuraj
DeutschSamurai
Esperantosamurajo
Suomisamurai
Magyarszamuráj
Հայերենսամուրայ
Bahasa Indonesiasamurai
Italianosamurai
ქართულისამურაი
Lietuviųsamurajus
Latviešusamurajs
Македонскисамурај
မြန်မာဆာမူရိုင်း
Nederlandssamoerai
Portuguêssamurai
Slovenčinasamuraj
Svenskasamuraj
ไทยซามูไร
Tagalogsamuray
Türkçesamuray
Українськасамурай
Παραδείγματα
“※ 19ος/20ος αιώνας, ⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Ταξιδεύοντας: Ιαπωνία-Κίνα, αρχική έκδοση 1938.”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free