HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of πατάτα | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Standard
/paˈta.ta/

Ορισμοί

  1. γυναικείο επώνυμο
  2. συνώνυμο του πατατιά
  3. ο κόνδυλος του φυτού της πατατιάς
  4. μαγειρεμένος ο κόνδυλος της πατατιάς
  5. καθετί με χοντροκομμένο σχήμα
    offensive
  6. μεγάλο λάθος ή γκάφα
    figuratively
  7. κάτι που δεν έχει αξία ή ενδιαφέρον
    figuratively

Ισοδύναμα

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See πατάτα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course