Meaning of πατάτα | Babel Free
/paˈta.ta/Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο
- συνώνυμο του πατατιά
- ο κόνδυλος του φυτού της πατατιάς
- μαγειρεμένος ο κόνδυλος της πατατιάς
-
καθετί με χοντροκομμένο σχήμα offensive
-
μεγάλο λάθος ή γκάφα figuratively
-
κάτι που δεν έχει αξία ή ενδιαφέρον figuratively
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.