Meaning of σκεπή | Babel Free
/ˈsce.pi/Ορισμοί
-
κάλυμμα, σκέπασμα formal
- σκελετός από ξύλο που καλύπτεται με κεραμίδια, πλάκες ή άλλα υλικά και στεγάζει ένα οικοδόμημα.
-
η προστασία figuratively, formal
- η στέγη
- είδος παραδοσιασκού καλύμματος της κεφαλής γυναικών ή θαυματουργών εικόνων
-
το σπίτι, η οικία figuratively
- λεπτή μεμβράνη που καλύπτει τα εντόσθια των ζώων
-
λεπτή μεμβράνη που καλύπτει το πρόσωπο νεογέννητων μωρών rare
Ισοδύναμα
English
roof
Παραδείγματα
“→ χρειάζεται παράθεμα”
“≈ συνώνυμα: σκεπή, στέγη”
“υπό την σκέπη(ν)”
“≈ συνώνυμα: αιγίδα”
“≈ συνώνυμα: μπόλια, πάννα, περιτόναιο”
“※ Έτσι τους βρήκε η άνοιξη κάτω από σκεπή δική τους. (Κωνσταντίνος Χατζόπουλος, Ο Πύργος του Ακροπόταμου)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.