HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of σκεπή | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Standard
/ˈsce.pi/

Ορισμοί

  1. κάλυμμα, σκέπασμα
    formal
  2. σκελετός από ξύλο που καλύπτεται με κεραμίδια, πλάκες ή άλλα υλικά και στεγάζει ένα οικοδόμημα.
  3. η προστασία
    figuratively, formal
  4. η στέγη
  5. είδος παραδοσιασκού καλύμματος της κεφαλής γυναικών ή θαυματουργών εικόνων
  6. το σπίτι, η οικία
    figuratively
  7. λεπτή μεμβράνη που καλύπτει τα εντόσθια των ζώων
  8. λεπτή μεμβράνη που καλύπτει το πρόσωπο νεογέννητων μωρών
    rare

Ισοδύναμα

English roof

Παραδείγματα

“→ χρειάζεται παράθεμα”
“≈ συνώνυμα: σκεπή, στέγη”
“υπό την σκέπη(ν)”
“≈ συνώνυμα: αιγίδα”
“≈ συνώνυμα: μπόλια, πάννα, περιτόναιο”
“※ Έτσι τους βρήκε η άνοιξη κάτω από σκεπή δική τους. (Κωνσταντίνος Χατζόπουλος, Ο Πύργος του Ακροπόταμου)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See σκεπή used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course