HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του σκεπή | Babel Free

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Standard
ˈsce.pi

Ορισμοί

  1. κάλυμμα, σκέπασμα
    formal
  2. σκελετός από ξύλο που καλύπτεται με κεραμίδια, πλάκες ή άλλα υλικά και στεγάζει ένα οικοδόμημα.
  3. η προστασία
    figuratively, formal
  4. η στέγη
  5. είδος παραδοσιασκού καλύμματος της κεφαλής γυναικών ή θαυματουργών εικόνων
  6. το σπίτι, η οικία
    figuratively
  7. λεπτή μεμβράνη που καλύπτει τα εντόσθια των ζώων
  8. λεπτή μεμβράνη που καλύπτει το πρόσωπο νεογέννητων μωρών
    rare

Ισοδύναμα

Български покрив
Català teulada
Čeština střecha střecha
Dansk tag tag
Deutsch Dach Schutz schütz
Español techo techo tejado
Eesti katus
Suomi katto
Français abri toit
Gaeilge díon díon
Hrvatski krov
Magyar tető
Italiano tetto
日本語 屋根
한국어 지붕
Latina scūtum tēctum
Lietuvių stogas
Latviešu jumts
Nederlands dak
Polski dach
Português telhado telhado
Română acoperiș
Русский крыша
Slovenčina strecha
Slovenščina streha
Српски кров
Svenska tak
Türkçe çatı
Українська дах
中文 屋顶
ZH-TW 屋頂

Παραδείγματα

“→ χρειάζεται παράθεμα”
“≈ συνώνυμα: σκεπή, στέγη”
“υπό την σκέπη(ν)”
“≈ συνώνυμα: αιγίδα”
“≈ συνώνυμα: μπόλια, πάννα, περιτόναιο”
“※ Έτσι τους βρήκε η άνοιξη κάτω από σκεπή δική τους. (Κωνσταντίνος Χατζόπουλος, Ο Πύργος του Ακροπόταμου)”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη σκεπή σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free