σκεπή
Ορισμοί
-
κάλυμμα, σκέπασμα formal
- σκελετός από ξύλο που καλύπτεται με κεραμίδια, πλάκες ή άλλα υλικά και στεγάζει ένα οικοδόμημα.
-
η προστασία figuratively, formal
- η στέγη
- είδος παραδοσιασκού καλύμματος της κεφαλής γυναικών ή θαυματουργών εικόνων
-
το σπίτι, η οικία figuratively
- λεπτή μεμβράνη που καλύπτει τα εντόσθια των ζώων
-
λεπτή μεμβράνη που καλύπτει το πρόσωπο νεογέννητων μωρών rare
Ισοδύναμα
29 more languages
Българскипокрив
Catalàteulada
Češtinastřecha
Dansktag
Eestikatus
Suomikatto
Gaeilgedíon
Hrvatskikrov
Magyartető
Italianotetto
日本語屋根
한국어지붕
Lietuviųstogas
Latviešujumts
Nederlandsdak
Polskidach
Portuguêstelhado
Românăacoperiș
Русскийкрыша
Slovenčinastrecha
Slovenščinastreha
Српскикров
Svenskatak
Türkçeçatı
Українськадах
中文屋顶
繁體中文屋頂
Παραδείγματα
“→ χρειάζεται παράθεμα”
“≈ συνώνυμα: σκεπή, στέγη”
“υπό την σκέπη(ν)”
“≈ συνώνυμα: αιγίδα”
“≈ συνώνυμα: μπόλια, πάννα, περιτόναιο”
“※ Έτσι τους βρήκε η άνοιξη κάτω από σκεπή δική τους. (Κωνσταντίνος Χατζόπουλος, Ο Πύργος του Ακροπόταμου)”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free