Σημασία του σκεπή | Babel Free
ˈsce.piΟρισμοί
-
κάλυμμα, σκέπασμα formal
- σκελετός από ξύλο που καλύπτεται με κεραμίδια, πλάκες ή άλλα υλικά και στεγάζει ένα οικοδόμημα.
-
η προστασία figuratively, formal
- η στέγη
- είδος παραδοσιασκού καλύμματος της κεφαλής γυναικών ή θαυματουργών εικόνων
-
το σπίτι, η οικία figuratively
- λεπτή μεμβράνη που καλύπτει τα εντόσθια των ζώων
-
λεπτή μεμβράνη που καλύπτει το πρόσωπο νεογέννητων μωρών rare
Ισοδύναμα
Български
покрив
Català
teulada
Eesti
katus
Suomi
katto
Hrvatski
krov
Magyar
tető
Italiano
tetto
日本語
屋根
한국어
지붕
Lietuvių
stogas
Latviešu
jumts
Nederlands
dak
Polski
dach
Română
acoperiș
Русский
крыша
Slovenčina
strecha
Slovenščina
streha
Српски
кров
Svenska
tak
Türkçe
çatı
Українська
дах
中文
屋顶
ZH-TW
屋頂
Παραδείγματα
“→ χρειάζεται παράθεμα”
“≈ συνώνυμα: σκεπή, στέγη”
“υπό την σκέπη(ν)”
“≈ συνώνυμα: αιγίδα”
“≈ συνώνυμα: μπόλια, πάννα, περιτόναιο”
“※ Έτσι τους βρήκε η άνοιξη κάτω από σκεπή δική τους. (Κωνσταντίνος Χατζόπουλος, Ο Πύργος του Ακροπόταμου)”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free