Σημασία του γερουσία | Babel Free
Ορισμοί
- πολιτικό σώμα από γέροντες, σε αρχαίες αλλά και μεσαιωνικές πόλεις, στο οποίο συμμετείχαν "οι ηλικίαν έχοντες" ή πρεσβύτεροι. Γερουσία είχε και η αρχαία Ρώμη, αλλά εμείς την αποδίδουμε ως Σύγκλητο, ενώ στις άλλες γλώσσες αναφέρεται ως Senate και Senatus (από τη λατινική λέξη senex, ηλικιωμένος). Η Γερουσία ανασυστάθηκε στη νεότερη Ελλάδα για 10 χρόνια.
- πολιτικό σώμα σύγχρονων κυβερνήσεων, ως είδος Βουλής, της ηλικίας μη λαμβανομένης διόλου υπόψη, με μέλη που κατά κανόνα εκλέγονται
- προσηγορικό ή περιληπτικό ουσιαστικό που χρησιμοποιείται απαξιωτικά για τους ηλικιωμένους, εστιάζοντας συγκεκριμένα στις απαρχαιωμένες αντιλήψεις τους και όχι σε άλλα χαρακτηριστικά τους
Ισοδύναμα
العربية
مجلس الشيوخ
Català
senat
Čeština
senát
Cymraeg
senedd
Dansk
senat
Deutsch
Senat
English
senate
Esperanto
senato
Español
senado
Eesti
senat
Euskara
senatu
فارسی
سنا
Suomi
senaatti
Gaeilge
seanad
עברית
סנאט
हिन्दी
सीनेट
Magyar
szenátus
Հայերեն
սենատ
Bahasa Indonesia
senat
Íslenska
öldungadeild
Italiano
senato
ქართული
სენატი
Қазақша
сенат
ខ្មែរ
ព្រឹទ្ធសភា
Latina
senatus
Македонски
сенат
Nederlands
senaat
Polski
senat
Português
senado
Русский
сенат
Svenska
senat
Kiswahili
seneti
ไทย
วุฒิสภา
Türkçe
senato
Tiếng Việt
thượng nghị viện
Yorùbá
ilé aṣòfin-àgbà
Παραδείγματα
“στη Γερουσία της Σπάρτης συμμετείχαν όσοι ήταν άνω των 60 ετών”
“η ρωμαϊκή Σύγκλητος (Γερουσία) επεβίωσε και στο Βυζάντιο ως θεσμός”
“η αμερικανική Γερουσία είναι ένα περίπλοκο νομοθετικό όργανο”
“ανήκει στο σώμα της Γερουσίας”
“κάνε ό,τι θέλεις και άσε τη γερουσία να λέει”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free