Meaning of γερουσία | Babel Free
Ορισμοί
- πολιτικό σώμα από γέροντες, σε αρχαίες αλλά και μεσαιωνικές πόλεις, στο οποίο συμμετείχαν "οι ηλικίαν έχοντες" ή πρεσβύτεροι. Γερουσία είχε και η αρχαία Ρώμη, αλλά εμείς την αποδίδουμε ως Σύγκλητο, ενώ στις άλλες γλώσσες αναφέρεται ως Senate και Senatus (από τη λατινική λέξη senex, ηλικιωμένος). Η Γερουσία ανασυστάθηκε στη νεότερη Ελλάδα για 10 χρόνια.
- πολιτικό σώμα σύγχρονων κυβερνήσεων, ως είδος Βουλής, της ηλικίας μη λαμβανομένης διόλου υπόψη, με μέλη που κατά κανόνα εκλέγονται
- προσηγορικό ή περιληπτικό ουσιαστικό που χρησιμοποιείται απαξιωτικά για τους ηλικιωμένους, εστιάζοντας συγκεκριμένα στις απαρχαιωμένες αντιλήψεις τους και όχι σε άλλα χαρακτηριστικά τους
Ισοδύναμα
English
senate
Παραδείγματα
“στη Γερουσία της Σπάρτης συμμετείχαν όσοι ήταν άνω των 60 ετών”
“η ρωμαϊκή Σύγκλητος (Γερουσία) επεβίωσε και στο Βυζάντιο ως θεσμός”
“η αμερικανική Γερουσία είναι ένα περίπλοκο νομοθετικό όργανο”
“ανήκει στο σώμα της Γερουσίας”
“κάνε ό,τι θέλεις και άσε τη γερουσία να λέει”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.