Meaning of αγαθά | Babel Free
/a.ɣaˈθa/Ορισμοί
- γυναικείο όνομα
- αντικείμενα και περιουσία που αποκτά ή επιζητεί να αποκτήσει κάποιος
- για πρόσθετες σημασίες, βλέπε και αγαθό στον ενικό
Παραδείγματα
“πολλοί δίνουν σημασία μόνον στα υλικά αγαθά”
“προστάτευε τα αγαθά του”
“είχε όλα τα αγαθά του κόσμου”
“η κοινωνία διαθέτει πολλά καταναλωτικά αγαθά”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.