HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κουμπάρος | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Standard
/kumˈbaros/

Ορισμοί

  1. ο άνθρωπος που παντρεύει κάποιο ζευγάρι, που τους αλλάζει τα στέφανα σε εκκλησιαστικό γάμο ή παρίσταται ως μάρτυρας σε πολιτικό γάμο
  2. ανδρικό επώνυμο
  3. ο νονός
  4. φιλικός προσφώνηση κάποιου (γνωστού ή αγνώστου)
    broadly

Ισοδύναμα

English best man

Παραδείγματα

“Πώς σε λένε κουμπάρε;”

What's your name mate?

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κουμπάρος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course