Meaning of κουμπάρος | Babel Free
/kumˈbaros/Ορισμοί
- ο άνθρωπος που παντρεύει κάποιο ζευγάρι, που τους αλλάζει τα στέφανα σε εκκλησιαστικό γάμο ή παρίσταται ως μάρτυρας σε πολιτικό γάμο
- ανδρικό επώνυμο
- ο νονός
-
φιλικός προσφώνηση κάποιου (γνωστού ή αγνώστου) broadly
Ισοδύναμα
English
best man
Παραδείγματα
“Πώς σε λένε κουμπάρε;”
What's your name mate?
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.