κατέληξαν
Ορισμοί
γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταλήγω
Παραδείγματα
“Οι έρευνες κατέληξαν σε ένα σαφές συμπέρασμα.”
The investigations concluded in a clear result.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free