Meaning of αμηχανία | Babel Free
Ορισμοί
- η αδυναμία συμπεριφοράς και αντίδρασης με τον πρέποντα τρόπο· το να μη μπορεί κάποιος να πει ή να κάνει αυτό που είναι κατάλληλο
- συναίσθημα σύγχυσης και αναστάτωσης που προκαλείται από κάτι ξαφνικό κι αναπάντεχο
Ισοδύναμα
English
Bewilderment
Παραδείγματα
“ένιωσα αμηχανία, όταν τον είδα να απομακρύνει το βλέμμα του”
“η αμηχανία την έκανε να μην μπορεί να κοιμηθεί”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.