HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

σύγχυση

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C1 Standard
ˈsiɲ.çi.si

Ορισμοί

  1. μπερδεμένη κατάσταση ή αντίληψη της κατάστασης, που προκύπτει από άγνοια, ασάφεια, αταξία κ.λπ.
  2. διαταραγμένη διανοητική, συνειδησιακή ή συναισθηματική κατάσταση, που συνεπάγεται ελαφρύτερο -ή και καθόλου- καταλογισμό ευθυνών
  3. ταραχή

Ισοδύναμα

28 more languages
العربيةلبس
Българскисмущение
Bosanskinoć
Češtinazmatek
עבריתמבוכה
Hrvatskinoć
Қазақ тіліабыржушылық
한국어혼미
Српскиnoć
ئۇيغۇرچەزالالەت

Παραδείγματα

“Oι οπλίτες χαμογελούσαν με αυτοπεποίθηση καθώς άρχιζε η μάχη και για να προκαλέσουν σύγχυση, όμως μέσα στη μάχη επικρατούσαν σκληρότεροι μορφασμοί, κυρίως όμως η τακτική και η αριθμητική υπεροχή.”

Επίπεδο CEFR

C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
See all C1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη σύγχυση σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free