Meaning of σύγχυση | Babel Free
/ˈsiɲ.çi.si/Ορισμοί
- μπερδεμένη κατάσταση ή αντίληψη της κατάστασης, που προκύπτει από άγνοια, ασάφεια, αταξία κ.λπ.
- διαταραγμένη διανοητική, συνειδησιακή ή συναισθηματική κατάσταση, που συνεπάγεται ελαφρύτερο -ή και καθόλου- καταλογισμό ευθυνών
- ταραχή
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Oι οπλίτες χαμογελούσαν με αυτοπεποίθηση καθώς άρχιζε η μάχη και για να προκαλέσουν σύγχυση, όμως μέσα στη μάχη επικρατούσαν σκληρότεροι μορφασμοί, κυρίως όμως η τακτική και η αριθμητική υπεροχή.”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.