Meaning of όχθη | Babel Free
/ˈo.xθi/Ορισμοί
- μέρος της ξηράς που βρίσκεται κοντά στην επιφάνεια νερού (ποταμού, λίμνης, θάλασσας κ.λπ.)
-
παράταξη, μεριά, πλευρά figuratively
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.