HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of οχιά | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Specialized
/oˈça/

Ορισμοί

  1. (Vipera ammodytes) είδος μεσαίου μεγέθους δηλητηριώδους φιδιού με τριγωνικό κεφάλι και γκρίζο, καφέ ή κοκκινωπό χρώμα και μια σκουρόχρωμη τεθλασμένη γραμμή στη ράχη. Λέγεται επίσης έχιδνα και όχεντρα
  2. άνθρωπος που λέει κακίες εις βάρος άλλων, ερήμην τους
    figuratively

Ισοδύναμα

English Viper

Παραδείγματα

“※ Μέχρι το 1981 περίπου, ίσχυε στην Ελλάδα η επικήρυξη «της οχιάς» – γενικά , χωρίς διάκριση ή αναφορά σε κάποιο από τα 5 είδη οχιάς που συναντώνται στη χώρα μας και για κάθε κεφάλι οχιάς η αρμόδια... (Η Φύσις: Δελτίον Ελληνικής Εταιρίας Προστασίας της Φύσεως, 1990, σελ. 10)”
“αυτή η οχιά που έχεις μες στο σπίτι σου, σε έχει βάλει και τσακώνεσαι με τον κόσμο χωρίς λόγο”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See οχιά used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course