Meaning of εθελοντής | Babel Free
Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
- κάποιος που προσφέρει τις υπηρεσίες του, συνήθως για κάποιο κοινωφελή σκοπό
- αυτός που παρουσιάζεται στο στρατό για να κάνει θητεία χωρίς να υπάγεται σε αυτή την υποχρέωση
Ισοδύναμα
English
volunteer
Παραδείγματα
“※ Παραδείγματα τοπικών παραγόντων διαμόρφωσης της κοινής γνώμης είναι, μεταξύ άλλων, οι ηγέτες κοινοτήτων που δραστηριοποιούνται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, οι μπλόγκερ, οι βλόγκερ, οι δημοσιογράφοι, οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, οι ΜΚΟ, οι εθελοντές και εθελόντριες της κοινότητας .. (Πρόσκληση υποβολής προτάσεων: ΕΠΙΛΟΓΗ ΕΤΑΙΡΩΝ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΕΞΑΓΩΓΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ ΩΣ ΚΕΝΤΡΩΝ EUROPE DIRECT ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ (2026-2030) ED-2025-GREECE-FPA-SGA Έκδοση 1.0 01-03-2025 σελ. 10 https://ec.europa.eu/info/funding-tenders/opportunities/docs/2021-2027/ed/wp-call/2025/call-fiche_ed-2025-greece-fpa_el.pdf)”
“Πολλοί εθελοντές παρουσιάστηκαν για να βοηθήσουν στην καλή λειτουργία των Ολυμπιακών Αγώνων.”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.