Meaning of εθελοντισμός | Babel Free
/e.θe.lon.diˈzmos/Ορισμοί
η εθελούσια, άμισθη και χωρίς καταναγκασμούς παροχή υπηρεσιών σε διάφορους τομείς (πάσχοντες συνάνθρωποι, περιβαλλοντικές δράσεις κ.λπ.) και η εκπλήρωση κοινωφελών και ανιδιοτελών σκοπών
neologism
Ισοδύναμα
English
volunteerism
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.