Meaning of κλέβω | Babel Free
/ˈkle.vo/Ορισμοί
- αφαιρώ παράνομα ξένη περιουσία, κάνω κλοπές
- δε δίνω αυτό που οφείλω, ή παίρνω περισσότερα από τα συμφωνημένα
- αποσπώ πληροφορία που ο κάτοχός της δε συναίνεσε ή δε θέλει να δώσει/μοιραστεί
-
συνώνυμο του απάγω (ιδίως για γυναίκα) familiar
Παραδείγματα
“Δεν κλέβω στο πόκερ.”
I don't cheat at poker.
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.