HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κλέβω | Babel Free

Verb CEFR C2 Standard
/ˈkle.vo/

Ορισμοί

  1. αφαιρώ παράνομα ξένη περιουσία, κάνω κλοπές
  2. δε δίνω αυτό που οφείλω, ή παίρνω περισσότερα από τα συμφωνημένα
  3. αποσπώ πληροφορία που ο κάτοχός της δε συναίνεσε ή δε θέλει να δώσει/μοιραστεί
  4. συνώνυμο του απάγω (ιδίως για γυναίκα)
    familiar

Ισοδύναμα

English abstract Purloin Rob

Παραδείγματα

“Δεν κλέβω στο πόκερ.”

I don't cheat at poker.

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κλέβω used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course