HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← κλέβω — definition

Conjugation of κλέβω

Regular CEFR C2
ˈkle.vo

αποσπώ πληροφορία που ο κάτοχός της δε συναίνεσε ή δε θέλει να δώσει/μοιραστεί Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κλέβω
εσύ κλέβεις
αυτός / αυτή / αυτό κλέβει
εμείς κλέβουμε
εσείς κλέβετε
αυτοί / αυτές / αυτά κλέβουν
Παρατατικός
εγώ έκλεβα
εσύ έκλεβες
αυτός / αυτή / αυτό έκλεβε
εμείς κλέβαμε
εσείς κλέβατε
αυτοί / αυτές / αυτά έκλεβαν
Αόριστος
εγώ έκλεψα
εσύ έκλεψες
αυτός / αυτή / αυτό έκλεψε
εμείς κλέψαμε
εσείς κλέψατε
αυτοί / αυτές / αυτά έκλεψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κλέψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κλέψω
εσύ κλέψεις
αυτός / αυτή / αυτό κλέψει
εμείς κλέψουμε
εσείς κλέψετε
αυτοί / αυτές / αυτά κλέψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ κλέβε
εσείς κλέβετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κλέψε
εσείς κλέψτε
Απαρέμφατο αορίστου
κλέψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κλέβομαι
εσύ κλέβεσαι
αυτός / αυτή / αυτό κλέβεται
εμείς κλεβόμαστε
εσείς κλέβεστε
αυτοί / αυτές / αυτά κλέβονται
Παρατατικός
εγώ κλεβόμουν
εσύ κλεβόσουν
αυτός / αυτή / αυτό κλεβόταν
εμείς κλεβόμασταν
εσείς κλεβόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά κλέβονταν
Αόριστος
εγώ κλέφτηκα
εσύ κλέφτηκες
αυτός / αυτή / αυτό κλέφτηκε
εμείς κλεφτήκαμε
εσείς κλεφτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά κλέφτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κλεφτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κλεφτώ
εσύ κλεφτείς
αυτός / αυτή / αυτό κλεφτεί
εμείς κλεφτούμε
εσείς κλεφτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά κλεφτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς κλέβεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κλέψου
εσείς κλεφτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
κλεφτεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary