Meaning of πανικός | Babel Free
/pa.niˈkos/Ορισμοί
- πολύ μεγάλος φόβος που οδηγεί σε ανεξέλεγκτες αντιδράσεις
- ανδρικό όνομα
- η κατάσταση στην οποία κάποιος έχει πολλά πράγματα να κάνει σε πολύ λίγο χρόνο
- ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Πανίκου)
Ισοδύναμα
English
panic
Παραδείγματα
“※ Μέσα μου έτρεμα μα δεν τους έκανα το χατίρι να δείξω πανικό. (⌘ Διδώ Σωτηρίου, Εντολή, [μυθιστόρημα], 1976)”
“※ από τη στιγμή που «μου μπήκε» η ιδέα πως ο Τζόναθαν γκομενίζει με τον Άρθρουρ, η συμβίωσή μας μετατράπηκε σ' ένα συνεχή πανικό (Παύλος Θ. Κάγιος, Μη μ' αφήσεις να χαθώ, εκδ. Καστανιώτη, 2013)”
“μέσα στον πανικό των προετοιμασιών για τον γάμο”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.