Meaning of κλισέ | Babel Free
Ορισμοί
- τυποποιημένη και πολυχρησιμοποιημένη, τετριμμένη έκφραση ή μοτίβο, κοινοτοπία
- τυποποιημένο μοφολογικό στυλ
- περιχαρακωμένο ιδεοληπτικό στερεότυπο→ δεξιός, αριστερός κ.α.
- η ένταξη ενός ατόμου σε συγκεκριμένο πλαίσιο (κατεύθυνση) από εξωτερικά ερεθίσματα, που υφίσταται, όπως, για παράδειγμα, από ΜΜΕ χωρίς ν΄ αποκλίνει αισθητά απ΄ αυτό.
- τυποποίηση προγραμματισμού, γραφιστικής και γραφικών τεχνών, αρχιτεκτονικής, φωτογραφίας κτλ. βάση προτύπων είτε για ταχύτερη παραγωγή είτε για λόγους συμβατότητας
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.