HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of λογοτεχνία | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Standard
/lo.ɣo.teˈxni.a/

Ορισμοί

  1. η δημιουργία έργων του γραπτού ή προφορικού λόγου με αξιώσεις που αποτελούν επινοήσεις της φαντασίας των δημιουργών τους με σκοπό την ψυχική και πνευματική ικανοποίηση ή και την ψυχαγωγία του κοινού τους
  2. το σύνολο έργων τέτοιων έργων
    broadly
  3. σύνολο έργων με τον ορισμό ανωτέρω που έχουν ένα κοινό στοιχείο (γλωσσικό ή θεματικό)
    broadly

Ισοδύναμα

English literature

Παραδείγματα

“ασχολείται με τη λογοτεχνία”
“Κέρδισε το βραβείο λογοτεχνίας σε μεγάλη ηλικία.”
“γραπτή λογοτεχνία, προφορική λογοτεχνία”
“Θα ήθελα πολύ να σπουδάσω λογοτεχνία.”
“Η ευρωπαϊκή λογοτεχνία έχει διάφορες σχολές - γαλλική, ρωσική λογοτεχνία - αστυνομική, ερωτική λογοτεχνία.”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See λογοτεχνία used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course