Meaning of λογοτεχνία | Babel Free
/lo.ɣo.teˈxni.a/Ορισμοί
- η δημιουργία έργων του γραπτού ή προφορικού λόγου με αξιώσεις που αποτελούν επινοήσεις της φαντασίας των δημιουργών τους με σκοπό την ψυχική και πνευματική ικανοποίηση ή και την ψυχαγωγία του κοινού τους
-
το σύνολο έργων τέτοιων έργων broadly
-
σύνολο έργων με τον ορισμό ανωτέρω που έχουν ένα κοινό στοιχείο (γλωσσικό ή θεματικό) broadly
Ισοδύναμα
English
literature
Παραδείγματα
“ασχολείται με τη λογοτεχνία”
“Κέρδισε το βραβείο λογοτεχνίας σε μεγάλη ηλικία.”
“γραπτή λογοτεχνία, προφορική λογοτεχνία”
“Θα ήθελα πολύ να σπουδάσω λογοτεχνία.”
“Η ευρωπαϊκή λογοτεχνία έχει διάφορες σχολές - γαλλική, ρωσική λογοτεχνία - αστυνομική, ερωτική λογοτεχνία.”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.