Meaning of έντομο | Babel Free
/ˈen.do.mo/Ορισμοί
μικρόσωμο αρθρωτό ζώο που ανήκει στην ομοταξία Έντομα (Insecta)· έχει έξι πόδια και το σώμα του χωρίζεται με τομές σε τρία μέρη: κεφάλι, θώρακα και κοιλιά
Ισοδύναμα
English
Insect
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.