ανώμαλος
Ορισμοί
- που δεν ακολουθεί τον κανόνα, που παρεκκλίνει από αυτό που θεωρείται κανονικό ή φυσιολογικό
- για λέξεις που κλίνονται με ιδιαίτερο τρόπο και δεν ακολουθούν τα συνήθη πρότυπα σχηματισμού κλιτών τύπων
- χωρίς σταθερό ρυθμό, με απρόβλεπτες διακυμάνσεις
- που παρουσιάζει εμπόδια
- που διεξάγεται με πολλές δυσκολίες και χωρίς να υπάρχουν οι συνήθεις συνθήκες
- σεξουαλικά διεστραμμένος, ο διαστροφικός
- γλυκό με κουβερτούρα και αμύγδαλα, περισσότερο γνωστό ως βραχάκι
Ισοδύναμα
25 more languages
Bosanskiiskvaritiizopačitiizopačivatikvaritineprirodanpokvaritiизопачиватиизопачитиискваритикваритинеприроданпокварити
Catalàanòmal
Češtinaanomální
Esperantoanomalia
Gaeilgeaimhrialta
Galegoanómalo
עבריתהשחית
हिन्दीअप्राकृतिक
Hrvatskiiskvaritiizopačitiizopačivatikvaritineprirodanpokvaritiизопачиватиизопачитиискваритикваритинеприроданпокварити
Nederlandsabnormaal
Portuguêsanómalo
Русскийаномальный
Παραδείγματα
“ανώμαλη κατάσταση”
abnormal situation
“ανώμαλη προσγείωση”
hard landing
“ανώμαλες συνθήκες”
anomalous situation
“ανώμαλο ρήμα”
irregular verb
“λεξικό ανωμάλων ρημάτων”
“ο δρόμος ήταν ανώμαλος, γεμάτος λακούβες”
“το αεροπλάνο αναγκάστηκε να κάνει ανώμαλη προσγείωση”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free