μετράω
Ορισμοί
- αρθρώνω με την κανονική τους σειρά τους αριθμούς
- διαπιστώνω πόσα πράγματα ανήκουν σε ένα σύνολο· αναθέτω στο καθένα έναν αριθμό, αρχίζοντας με 1 και καταλήγοντας στον συνολικό αριθμό
- υπολογίζομαι, είμαι σχετικός, έχω σημασία
- με τον κατάλληλο εργαλείο διαπιστώνω την ποσότητα κάποιου πράγματος, ή το μέγεθος μιας διάστασής του
Conjugation
Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of μετράω.
Ισοδύναμα
Españoldistribuir
18 more languages
Bosanskiobuhvaćatiobuhvatatiobuhvatitiobujmitiobujmljivatiuključitiобујмитиобујмљиватиобухвататиобухватитиобухваћати
Catalàdistribuir
Češtinajít
Hrvatskiobuhvaćatiobuhvatatiobuhvatitiobujmitiobujmljivatiuključitiобујмитиобујмљиватиобухвататиобухватитиобухваћати
Bahasa Indonesiacakup
Portuguêsdistribuir
Русскийраздавать
Српскиobuhvaćatiobuhvatatiobuhvatitiobujmitiobujmljivatiuključitiобујмитиобујмљиватиобухвататиобухватитиобухваћати
Svenskauppmäta
Türkçekapsamak
Παραδείγματα
“Άρχισε να μετράει από το ένα μέχρι το είκοσι καθώς τα άλλα παιδιά έτρεξαν να κρυφτούν.”
“Πριν ξεκινήσει το λεωφορείο μετά το διάλειμμα, ο οδηγός μέτρησε τους επιβάτες.”
“Μετράει η καλή πρόθεση ή μόνο το αποτέλεσμα;”
“Ο ράφτης μέτρησε την απόσταση από τους ώμους μέχρι τα γόνατα.”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free