Conjugation of μετράω
meˈtɾa.oδιαπιστώνω πόσα πράγματα ανήκουν σε ένα σύνολο· αναθέτω στο καθένα έναν αριθμό, αρχίζοντας με 1 και καταλήγοντας στον συνολικό αριθμό Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | μετράω |
| εσύ | μετράς |
| αυτός / αυτή / αυτό | μετράει |
| εμείς | μετράμε |
| εσείς | μετράτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μετράνε |
Παρατατικός
| εγώ | μετρούσα |
| εσύ | μετρούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | μετρούσε |
| εμείς | μετρούσαμε |
| εσείς | μετρούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μετρούσαν |
Αόριστος
| εγώ | μέτρησα |
| εσύ | μέτρησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | μέτρησε |
| εμείς | μετρήσαμε |
| εσείς | μετρήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μέτρησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα μετρήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | μετρήσω |
| εσύ | μετρήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | μετρήσει |
| εμείς | μετρήσουμε |
| εσείς | μετρήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μετρήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | μέτρα |
| εσείς | μετράτε - μετρείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | μέτρησε |
| εσείς | μετρήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | μετρήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | μετριέμαι - μετρούμαι |
| εσύ | μετριέσαι - μετρείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | μετριέται - μετρείται |
| εμείς | μετριόμαστε - μετρούμαστε |
| εσείς | μετριέστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μετριούνται |
Παρατατικός
| εγώ | μετριόμουν - [μετρούμουν]¹ |
| εσύ | μετριόσουν - [μετρούσουν] |
| αυτός / αυτή / αυτό | μετριόταν - μετρούνταν |
| εμείς | μετριόμασταν |
| εσείς | μετριόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μετριόνταν |
Αόριστος
| εγώ | μετρήθηκα |
| εσύ | μετρήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | μετρήθηκε |
| εμείς | μετρηθήκαμε |
| εσείς | μετρηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μετρήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα μετρηθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | μετρηθώ |
| εσύ | μετρηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | μετρηθεί |
| εμείς | μετρηθούμε |
| εσείς | μετρηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μετρηθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | μετριέστε - μετρείστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | μετρήσου |
| εσείς | μετρηθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | μετρηθεί |