ηφαίστειο
Ορισμοί
- άνοιγμα ή ρωγμή στο φλοιό της Γης ή άλλου πλανήτη, από όπου, συχνά, εκρέουν ή εκρήγνυνται ατμός και ρευστά πετρώματα στην επιφάνεια με την μορφή λάβας
-
το βουνό ή ο λόφος που σχηματίζεται από στερεοποιημένα υλικά που έχουν αναβλύσει γύρω από το παραπάνω άνοιγμα ή ρήγμα figuratively
-
τόπος ή κατάσταση με μεγάλες συγκρούσεις και πιέσεις figuratively
-
άνθρωπος με εκρηκτικό ταμπεραμέντο και θερμή ερωτική συμπεριφορά figuratively
Ισοδύναμα
40 more languages
Беларускаявулкан
Българскивулкан
Bosanskivulkan
Catalàvolcà
Cymraegllosgfynydd
Danskvulkan
Esperantovulkano
Eestivulkaan
Suomitulivuori
Gàidhligbeinn-teine
Galegovolcán
עבריתהַר גַּעַשׁ
Íslenskaeldfjall
Italianovulcano
日本語火山
한국어화산
Kurdîvolkan
Lietuviųugnikalnis
Latviešuvulkāns
Македонскивулкан
Maltivulkan
Nederlandsvulkaan
Polskiwulkan
Portuguêsvulcão
RomânăVulcan
Svenskavulkan
தமிழ்எரிமலை
ไทยภูเขาไฟ
Tagalogbulkan
ئۇيغۇرچەيانار تاغ
Tiếng Việtnúi lửa
中文火山
繁體中文火山
Παραδείγματα
“μετά τα τελευταία σκάνδαλα το κόμμα μοιάζει με ηφαίστειο έτοιμο να εκραγεί”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free