Meaning of τρίγωνο | Babel Free
/ˈtɾi.ɣo.no/Ορισμοί
- επίπεδο γεωμετρικό σχήμα που σχηματίζεται από τρία ευθύγραμμα τμήματα των οποίων και οι δύο άκρες βρίσκονται ενωμένες μεταξύ τους, διαδοχικά του ενός με του άλλου
- κατασκευασμένο από ένα μεταλλικό έλασμα που έχει τριγωνικό σχήμα
- είδος γλυκού που αποτελείται από κρέμα τοποθετημένη μέσα σε φύλλο κρούστας
- ξυλουργικό εργαλείο για τη μέτρηση γωνιών
-
αντικείμενο με τριγωνικό σχήμα general
Ισοδύναμα
English
Triangle
Παραδείγματα
“ισόπλευρο, ορθογώνιο, ισοσκελές, σκαληνό τρίγωνο”
“τα παιδάκια λένε τα κάλαντα χτυπώντας ένα τρίγωνο”
“Ο Δημήτρης έβαλε ένα προειδοποιητικό τρίγωνο για λόγους ασφαλείας, όταν έπαθε βλάβη το αυτοκίνητό του στον αυτοκινητόδρομο.”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.