Meaning of αδικία | Babel Free
/a.ðiˈci.a/Ορισμοί
- πράξη που αντιβαίνει στην αίσθηση που έχει ο ομιλητής περί δικαίου
- γυναικείο όνομα
-
πράξη που επιβαρύνει κάποιον περισσότερο ή ευνοεί κάποιον λιγότερο συγκριτικά με κάποιον άλλο και παραβιάζει τις αρχές της αξιοκρατίας ή της ισότητας especially
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.