Σημασία του λαχείο | Babel Free
laˈçi.oΟρισμοί
- τυχερό παιχνίδι που οργανώνεται από έναν οργανισμό ή σύλλογο ή άλλη ομάδα ανθρώπων· ο διοργανωτής εκδίδει αριθμημένα δελτία τα οποία πωλούνται και στη συνέχεια γίνεται κλήρωση ενός ή περισσότερων τυχερών αριθμών που κερδίζουν δώρα ή χρηματικά ποσά
- ένα αριθμημένο δελτίο που έχει εκδοθεί στο πλαίσιο ενός τέτοιου τυχερού παιχνιδιού
- μια ανέλπιστη τύχη
Ισοδύναμα
العربية
سهم
Català
bitllet
Čeština
los
Dansk
lod
Ελληνικά
κελεπούρι
Gaeilge
amhantar
Gàidhlig
faobh
עברית
נשר
Magyar
sorsjegy
Íslenska
hvalreki
日本語
僥倖
한국어
복권
Македонски
лоз
Português
bilhete de loteria
Русский
бурелом
вале́жник
ветрова́л
ветровальный
лотере́йный биле́т
лотерейный билет
неожи́данная уда́ча
опа́дыш
падалица
па́данец
па́данка
Svenska
lott
Tiếng Việt
vé số
中文
彩票
ZH-TW
彩票
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free