λαχείο
Ορισμοί
- τυχερό παιχνίδι που οργανώνεται από έναν οργανισμό ή σύλλογο ή άλλη ομάδα ανθρώπων· ο διοργανωτής εκδίδει αριθμημένα δελτία τα οποία πωλούνται και στη συνέχεια γίνεται κλήρωση ενός ή περισσότερων τυχερών αριθμών που κερδίζουν δώρα ή χρηματικά ποσά
- ένα αριθμημένο δελτίο που έχει εκδοθεί στο πλαίσιο ενός τέτοιου τυχερού παιχνιδιού
- μια ανέλπιστη τύχη
Ισοδύναμα
30 more languages
العربيةسهم
Catalàbitllet
Češtinalos
Dansklod
Ελληνικάκελεπούρι
Gaeilgeamhantar
Gàidhligfaobh
עבריתנשר
Magyarsorsjegy
Íslenskahvalreki
日本語僥倖
한국어복권
Македонскилоз
Portuguêsbilhete de loteria
Русскийбуреломвале́жникветрова́лветровальныйлотерейный билетлотере́йный биле́тнеожи́данная уда́чаопа́дышпадалицапа́данецпа́данка
Svenskalott
Tiếng Việtvé số
中文彩票
繁體中文彩票
Παραδείγματα
“Κέρδισε ένα αυτοκίνητο στο λαχείο των Χριστουγέννων.”
He won a car in the Christmas lottery.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free