Σημασία του επιδημία | Babel Free
e.pi.ðiˈmi.aΟρισμοί
λοιμώδης ασθένεια που εξαπλώνεται σε μεγάλο τμήμα του πληθυσμού (ανθρώπων, ζώων ή φυτών) μιας ευρύτερης περιοχής
Ισοδύναμα
Български
мор
Català
pestilència
Dansk
pest
Esperanto
pesto
Gàidhlig
plàigh
עברית
מגפה
हिन्दी
महामारी
ქართული
ჭირი
Українська
епідемічний
Παραδείγματα
“Η επιδημία εξαπλώθηκε γρήγορα σε όλη την πόλη.”
The epidemic spread quickly throughout the city.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free