Meaning of πανδημία | Babel Free
/pan.ðiˈmi.a/Ορισμοί
επιδημία που έχει εξαπλωθεί σε ολόκληρη χώρα ή ευρύτερα σε χώρες γεωγραφικής περιοχής ακόμα και ηπείρου (π.χ. η γρίπη)
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Η εικόνα της πανδημίας δεν είναι αυτή που ανέμεναν η κυβέρνηση.”
The picture of the pandemic is not what the government expected.
“Η δράση των χάκερζ έχει λάβει διαστάσεις πανδημίας”
The activity of hackers has taken on the dimensions of a pandemic.
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.