πανδημία
Ορισμοί
επιδημία που έχει εξαπλωθεί σε ολόκληρη χώρα ή ευρύτερα σε χώρες γεωγραφικής περιοχής ακόμα και ηπείρου (π.χ. η γρίπη)
Ισοδύναμα
46 more languages
Παραδείγματα
“Η εικόνα της πανδημίας δεν είναι αυτή που ανέμεναν η κυβέρνηση.”
The picture of the pandemic is not what the government expected.
“Η δράση των χάκερζ έχει λάβει διαστάσεις πανδημίας”
The activity of hackers has taken on the dimensions of a pandemic.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free