κακοποίηση
Ορισμοί
η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κακοποιώ
Ισοδύναμα
9 more languages
Češtinatýrání
DeutschMisshandlung
Ελληνικάακακοποίητα
Italianomaltrattamento
Latinacontumelia
Nederlandsmishandeling
Polskimaltretowanie
Παραδείγματα
“παιδική κακοποίηση”
child abuse
“ψυχολογική κακοποίηση”
psychological abuse
“σεξουαλική κακοποίηση”
sexual abuse
“Near-synonym: βρισιές f pl (vrisiés)”
“λεκτική κακοποίηση”
verbal abuse
“※ Συγκεκριμένα, τα θέματα που προτείνουν οι ... να συμπεριλαμβάνονται στα σεξουαλικά εκπαιδευτικά προγράμματα των ατόμων με αυτισμό ή / και νοητική καθυστέρηση αφορούν την σεξουαλική υγεία, τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα και το AIDS, άσεμνες χειρονομίες και προσβλητικά σχόλια, εξερεύνηση του σώματος, γύμνια, ερωτική συνεύρεση, αυνανισμό και σεξουαλικό αυτοερεθισμό, σεξουαλικό προσανατολισμό, «οικείο» άγγιγμα, ραντεβού, αποφυγή εγκυμοσύνης, εγκυμοσύνη, συγκατοίκηση, γάμο, πορνογραφία, ερωτικό υλικό, σεξουαλική εκμετάλλευση, κακοποίηση και παρενόχληση. (Ευαγγελία Μπαρμπούδη, Σεξουαλικότητα και σεξουαλική εκπαίδευση ατόμων με αυτισμό ή/ και νοητική καθυστέρηση. Μια πιλοτική έρευνα σε γονείς, διπλ. εργασία, Παν. Μακεδονίας, τμήμα εκπαιδευτικής και κοινωνικής πολιτικής, Θεσσαλονίκη, 2012, σελ. 22-23)”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free